Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΙΚΟΣ ΚΟΤΖΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΙΚΟΣ ΚΟΤΖΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η κρίση και τα απατηλά σχήματα ενάντια στην κοινωνία

Του Νίκου Κοτζιά

Πολλοί κάνουν μια απλή παραδοχή: υπάρχει κρίση και όποιος δεν αποδέχεται μέτρα λιτότητας για τους μισθωτούς έχει ευθύνες για την παραπέρα πορεία της χώρας. Διότι αν δεν τα αποδέχεται, δείχνει ως να μην έχει καταλάβει την κρισιμότητα της κατάστασης. Υπάρχει κρίση και τα προτεινόμενα μέτρα σε βάρος των μισθωτών είναι μονόδρομος.


Η αναγκαιότητα οποιουδήποτε μέτρου που αφορά τη μισθωτή εργασία, προκύπτει από το αυταπόδεικτο γεγονός ότι η χώρα βιώνει μια από τις χειρότερες κρίσεις, αν όχι την χειρότερη μετά τον εμφύλιο. Ναι! Πράγματι υπάρχει κρίση. Μια κρίση που διασυνδέει τα ελληνικά μακρόχρονα διαρθρωτικά προβλήματα με την οικονομική πολιτική των τελευταίων έξη ετών στα πλαίσια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Το πρόβλημα έγκειται στην παρουσίαση των μονόπλευρων οικονομικών μέτρων λιτότητας ως φυσικής αναγκαιότητας που απορρέει από την πραγματικά υπάρχουσα κρίση. Όμως, στην πραγματικότητα ενώ η κρίση κάνει σειρά μέτρων αναγκαίων, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις και αυτά τα μέτρα πρέπει να αφορούν μόνο τους μισθωτούς.. Όποιος γνωρίζει έστω και λίγη ιστορία, καθώς και τη σημερινή παγκόσμια πραγματικότητα, γνωρίζει ότι η κρίση μπορεί να αντιμετωπιστεί με διαφορετικές πολιτικές. Η κάθε φορά επιλογή είναι προϊόν επιλογής των πολιτικών και όχι αποτέλεσμα κάποιου φυσικού, θεϊκού νόμου ως προς την κρίση. Πιο συγκεκριμένα:

Οι εμπειρίες στον σημερινό κόσμο διαφέρουν
Καμιά χώρα στον κόσμο δεν ακολούθησε τις δικές μας επιλογές προκειμένου να εξέλθει από την κρίση. Η Λ.Δ. της Κίνας που τα κατάφερε καλύτερα από όλους, ο ρυθμός ανάπτυξής της τρέχει με 10,8% τη στιγμή που γράφεται το παρόν κείμενο, στηρίχθηκε στην ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς και σε ένα μεγάλο πακέτο κρατικών επενδύσεων, Η Ινδία που είναι η χώρα με τον δεύτερο μεγαλύτερο ρυθμό ανάπτυξης στην περίοδο της κρίσης (7 με 8% για τα τέλη του 2009) στηρίχθηκε στις επενδύσεις της στις νέες τεχνολογίες, ιδιαίτερα στον τομέα των υπηρεσιών, στα καλά πολυτεχνεία, καθώς και στο ισχυρό δημόσιο τομέα της, παρόλο που η παραγωγικότητα του τελευταίου είναι σχετικά χαμηλή. Η τρίτη σε ρυθμούς ανάπτυξης χώρα τα τελευταία έτη (σχεδόν 6%) είναι η Βραζιλία. Για την ανάπτυξή της στηρίχθηκε στη δημιουργία επιχειρήσεων πρωταθλητών με διεθνή εμβέλεια στον τομέα των γεωργικών προϊόντων (από σόγια και κρέας μέχρι εθαιλόνη). Στην πολύ καλή έρευνα στον αγροτικό τομέα και σε εκείνον της εξόρυξης ορυκτού πλούτου. Στις εξαγωγές πρώτων υλών (από σίδηρο μέχρι και πετρέλαιο). Διαθέτει δε, ένα σχετικά ισχυρό κράτος που έχει δυνατότητες να ελέγχει τις περισσότερες από τις μεγάλες και υπό συνεχή ανάπτυξη πολυεθνικές της Βραζιλίας. Η τέταρτη χώρα με τους μεγαλύτερους ρυθμούς ανάπτυξης είναι σήμερα οι ΗΠΑ, σχεδόν 5% με το τέλος του χρόνου. Στο στομάχι του παγκόσμιου καπιταλισμού, πάρθηκαν μέτρα κρατικών ενισχύσεων της ζήτησης και των προβληματικών εταιρειών, ενώ αντιμετωπίστηκαν με αυστηρότητα οι τράπεζες. Με άλλα λόγια οι χώρες που τα κατάφεραν καλύτερα από όλες τις άλλες στον σημερινό κόσμο στήριξαν την ανάπτυξή τους, εν μέσω κρίσης, στην ισχυροποίηση του δημόσιου τομέα και στην υποστήριξη της λαϊκής κατανάλωσης και όχι σε μέτρα μονόπλευρα που κινδυνεύουν να οδηγήσουν σε ύφεση. Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ και τις αναδυόμενες δυνάμεις του σημερινού κόσμου, η ΕΕ υπολείπεται κατά πολύ σε ρυθμούς ανάκαμψης (από μηδενική ανάπτυξη μέχρι το πολύ ένα – ενάμιση της εκατό). Αυτή η καθυστέρηση επανάκαμψης σημαίνει νέα υποχώρηση στη διεθνή της θέση έναντι των ΗΠΑ και των υπό αναδυομένων οικονομιών. Πρόκειται για πραγματικό πρόβλημα το οποίο συνεχώς μεγαλώνει, διότι οι ισχυροί στην Ευρώπη δεν θέλουν να αντιμετωπίσουν την βαθύτερη αιτία που προκαλεί δυσκολίες στην ΕΕ προκειμένου να εξέλθει από την κρίση. Δεν θέλουν να παραδεχτούν ότι η ΕΕ είναι το μόνο κέντρο στον σύγχρονο κόσμο στο οποίο εξακολουθεί να κυριαρχεί ένας ακραίος αντικρατισμός και μια σαφή υπόκλιση στα νεοφιλελεύθερα δόγματα, στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο καθώς και στις τράπεζες.

Τρεις ανακατανομές
Στη διάρκεια της κρίσης υπήρξε μια τριπλή ανακατανομή εισοδημάτων και πλούτου. Η πρώτη έγινε από τη Δύση προς την Ανατολή. Μια ανακατανομή που βρίσκεται «καθοδόν» εδώ και περίπου μια δεκαετία. Ταυτόχρονα δε, υπήρξε μια δεύτερη ανακατανομή. Αυτή εξελίχθηκε υπέρ των ισχυρών δυνάμεων στο εσωτερικό της Δύσης σε βάρος των λιγότερο ισχυρών κρατών. Ειδικότερα εντός της ΕΕ η ανακατανομή αυτή ωφέλησε τη Γερμανία και πραγματώθηκε σε βάρος του ευρωπαϊκού νότου. Αλλά και στο εσωτερικό της Ελλάδας υπήρξε μια μεγάλη ανακατανομή την τελευταία δεκαετία, η τρίτη, υπέρ ορισμένων μερίδων ιδιοκτητών πλούτου, σε βάρος της μισθωτής εργασίας και μικρών επιχειρήσεων. Σε αυτά τα πλαίσια ανακατανομών, η κρίση επιταχύνθηκε εξαιτίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και των μεγάλων κερδών του. Επιταχύνθηκε, επίσης, από την υποχώρηση της παραγωγικότητας σε Δύση και ιδιαίτερα στην ΕΕ. Από την υποχώρηση των θέσεων κρατών όπως είναι η Ελλάδα στο εσωτερικό της ΕΕ. Η κρίση με άλλα λόγια δεν είναι προϊόν των επιδομάτων των δημόσιων υπαλλήλων ή των (ανύπαρκτων) μεγάλων αυξήσεων στον ιδιωτικό τομέα. Είναι προϊόν της υποχώρησης της ανταγωνιστικότητας στη χώρα και της παρουσίας ισχυρών καρτέλ. Της κακής κατάστασης της παιδείας. Των τεράστιων ελλειμμάτων στον τομέα της έρευνας που είναι ανύπαρκτη στον ιδιωτικό χώρο. Των σπαταλών στον τομέα της υγείας. Της ανυπαρξίας δημιουργικότητας σε πολλούς κλάδους της οικονομίας αποτέλεσμα της ελλιπούς ποιότητας της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Της μεγάλης παραοικονομίας καθώς και της φοροδιαφυγής και της φοροκλοπής. Σε κάθε περίπτωση το συμπέρασμα είναι απλό: Η κρίση δεν οφείλεται στη μισθωτή εργασία και στους παραγωγικούς επιχειρηματίες, αλλά στα υπερκέρδη των αεριτζήδων και στην πλήρη κυριαρχία της λογικής του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Με άλλα λόγια, Ναι, υπάρχει κρίση! Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να την πληρώσουν οι μισθωτοί και να μην ληφθούν μέτρα ενάντια σε εκείνους που μας οδήγησαν σε αυτή.

Το κόστος των συντάξεων και της φοροκλοπής
Ας μου επιτραπεί να αναφερθώ σε ένα παράδειγμα. Υποστηρίζεται ότι με την κατάσταση των ασφαλιστικών ταμείων δεν ήταν παρά φυσιολογικό να ληφθούν μέτρα επέκτασης των χρόνων εργασίας. Πράγματι δεν είναι δυνατό να εξέρχεται κανείς από την σφαίρα της εργασίας και να λαμβάνει σύνταξη σε ηλικία 40 ή 5ο ετών. Είμαι απόλυτα σύμφωνος με όποιον υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Αλλά πρέπει να σημειώσω ότι μεγάλο μέρος τέτοιων συντάξεων δόθηκαν από το δημόσιο σε τομείς που εκείνο ιδιωτικοποίησε και μάλιστα ενάντια στη θέληση των μισθωτών. Επρόκειτο, δηλαδή, για ένα κόστος της πολιτικής αποκρατικοποιήσεων με τρόπο φτηνό για τους ιδιώτες αγοραστές. Υπάρχει, επιπλέον, ως προς το ασφαλιστικό ένα πολύ μεγαλύτερο κόστος από εκείνο των αποκρατικοποιήσεων. Πρόκειται για το σκάνδαλο με τα ομόλογα. Τα χρήματα που κάποιοι έβαλαν στην τσέπη τους δεν έχουν βρεθεί και δεν έχουν επιστραφεί. Προκειμένου οποιαδήποτε μεταρρύθμιση να αποπνέει αέρα δικαιότητας, θα πρέπει να βρεθούν αυτά τα χρήματα. Με την ίδια λογική, υποστηρίζω ότι πράγματι οι φόροι στην Ελλάδα δεν είναι επαρκείς. Οφείλεται, όμως, αυτή η ανεπάρκεια στην μειωμένη φορολόγηση εισοδημάτων που δηλώνονται από τους μισθωτούς, ή στη μη φορολόγηση εισοδημάτων εκείνων που φοροδιαφεύγουν και φοροκλέπτουν; Επί παραδείγματι, η ανακοίνωση της κυβέρνησης ότι θα αυξήσει τις τιμές στα παράγωγα πετρελαίου και θα τα φορολογήσει έγινε πριν την ώρα της. Ελπίζω από λάθος και όχι λόγο σκοπιμότητας κάποιων. Η πρόωρη ανακοίνωση του μέτρου, έδωσε τη δυνατότητα σε κάποιους ισχυρούς επιχειρηματίες να αποθηκεύσουν πρωτοφανή ποσότητες πετρελαίων και βενζίνης που τις αγόρασαν με παλαιότερες τιμές προκειμένου να τις πουλήσουν αργότερα στις προαναγγελθείσες υψηλότερες! Γενικότερα, τέλος, δεν ευθύνεται κανείς από το γεγονός ότι η Ελλάδα εν μέσω κρίσης έχει σε πολλά προϊόντα τις πιο ακριβές τιμές της Δυτικής Ευρώπης; Ότι παρά την κρίση η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα στην ΕΕ όπου περικόπτεται το εισόδημα των μισθωτών και ταυτόχρονα αυξάνουν οι τιμές; Για πιο λόγο η Κυβέρνηση όταν ανήγγειλε μέτρα λιτότητας για τους πολλούς και μισθωτούς δεν ανήγγελλε ταυτόχρονα συγκεκριμένα μέτρα, όχι προθέσεις, ενάντια στους αποκρύβοντας εισόδημα, ενάντια στα καρτέλ, ενάντια στα μονοπώλια της αγοράς; Όσο δεν πράττει σε μια τέτοια κατεύθυνση ας μην παραξενεύεται ότι πολλοί μισθωτοί θα αντιλαμβάνονται την πολιτική της ως πολιτική μονόπλευρης λιτότητας. Ναι η κρίση απαιτεί μέτρα, αλλά πριν από όλα σε βάρος όσων δεν έχουν πληρώσει ποτέ και τίποτα πέραν της σπατάλης που κάνουν κατά τη διάθεση παρανόμως αποκτηθέντος ή παρακρατηθέντος εισοδήματος.

epirusgate
…συνέχεια »

Ο κριτικός δημόσιος διανοούμενος και η εξουσία

Του Νίκου Κοτζιά

Για να γίνει ο κόσμος καλύτερος χρειάζεται να φωτίσουμε τις αδυναμίες του και να προτείνουμε τρόπους δημιουργικής υπέρβασής του. Να διαφωτίζουμε κριτικά το σημερινό γίγνεσθαι και να προτείνουμε το άνοιγμα στο μέλλον. Η ουσία του Διαφωτισμού είναι η Κριτική. Η κριτική που διαφωτίζει...
.
1. Είναι ο κριτικός λόγος κάτι το ασήμαντο;
Ο κριτικός διαφωτισμός πίστευε στη δύναμη των λόγων. Στη δύναμη της σαφήνειας. Της θέλησης ανάδειξης των καλών πλευρών του ανθρώπου και όχι του σκοταδιού, του εύκολου και επιφανειακού. Ο Καντ είναι αυτός που συνέδεσε τον λόγο του διαφωτισμού με την κριτική. Τότε η Πρωσία, λόγο των εκσυγχρονιστικών της αλλαγών, είχε ανάγκη από νέες ιδέες, νεωτερισμούς και δημιουργικό πνεύμα. Όχι, όμως, από φωνές που θα αμφισβητούσαν τον πυρήνα της εξουσίας, την Μοναρχία. Η κριτική, δηλαδή, έπρεπε να φτάνει μέχρι τον προθάλαμο της Αυλής και να παραμένει εκεί. Η κριτική που προσπαθούσε να ξεπεράσει τον αυλόγυρο, αντιμετωπιζόταν με την αποσιώπηση. Με υποτιμητικές συμπεριφορές.
Τι ρόλο μπορούσε να παίζει ο δημόσιος κριτικός λόγος ενός φιλοσόφου, σε μια εποχή που ο στρατός είχε ήδη πραγματοποίηση μια εκσυγχρονιστική αναδιοργάνωση και κέρδιζε πολέμους; Τι ρόλο μπορούσαν να παίζουν «τα λόγια» του κριτικού διαφωτισμού, όταν είχε αρχίσει η εισαγωγή νέων μεθόδων οργάνωσης της παραγωγής, εμφανιζόταν η μηχανή και οι θετικές επιστήμες έκαναν το θαύμα τους; Τότε που η εξουσία έδειχνε στον κριτικό Λόγο τον δρόμο των απορριμμάτων, διότι, υποστήριζε, ότι αυτή δεν άξιζε τίποτα μπροστά στα μεγάλα θαύματα αλλαγών που έφερνε ο υπό ανάπτυξη καπιταλισμός. Παρά, όμως, την αδιαφορία και την αφ’ υψηλού αντιμετώπιση του κριτικού λόγου, λαμβάνονταν από πλευράς εξουσίας μέτρα καταστολής της, ακόμα και με τον φόνο του φορέα τους (σε εκείνες τις εποχές σωματικό, σήμερα ηθικό και πνευματικό).
Σχολιάζοντας ο Ι. Καντ αυτή τη διττή στάση της εξουσίας απέναντι στον κριτικό Λόγο, στο έργο του για την «Αιώνια Ειρήνη» αναρωτιέται ειρωνικά, απευθυνόμενος στον Πρώσο Μονάρχη για ποιο λόγο αφού τα λόγια του δημόσιου κριτικού διανοούμενου δεν αξίζουν ούτε μια δεκάρα, γιατί τότε δεν αφήνουν τον Κριτικό στην ησυχία του να λέει αυτά που λέει, τα ανάξια και άνευ σημασίας. Αναρωτιέται δε, ότι αφού αυτά όλα όσα λέγονται είναι ανάξια απάντησης, για ποιο λόγο η εξουσία καταναλώνει τόσα πολλά πυρομαχικά προκειμένου να κάνει τον Κριτικό να σιωπήσει;

2. Υπάρχει κίνδυνος από τον άχρηστο λόγο;
Η απάντηση στα πιο πάνω ερωτήματα είναι απλή. Ο δημόσιος κριτικός Λόγος, εφόσον είναι πειστικός και τεκμηριωμένος είναι πάντα επικίνδυνος για την Εξουσία που είναι ανακόλουθη. Και αυτό, διότι ο κριτικός Λόγος με ουσία, αποτελεί υλική δύναμη. Η κριτική του λόγου μπορεί να τσακίσει την κριτική των όπλων, της καταπίεσης, της εξαγοράς και της αποσιώπησης, αρκεί να βρει δρόμους και τρόπους να φτάσει στο ευρύτερο κοινό. Για αυτό κάθε εξουσία που δεν παραμένει στις συμφωνίες της, επιδιώκει να βρει τρόπους να τιθασεύσει τον κριτικό Λόγο και τους φορείς του. Να τους ενσωματώσει με υλικές εξαγορές. Να τους μετατρέψει σε φερέφωνα της. Σε «μπιστόλια». Να τους οδηγήσει στον ξεπεσμό της γκρίνιας και του μικρού.
Ο κριτικός δημόσιος διανοούμενος δεν επιδιώκει απλά να θίξει τα κακώς κείμενα. Δεν θέλει απλά να μεμψημερεί προκειμένου να προσελκύσει το ενδιαφέρον. Δεν υποκύπτει στην ευκολία της κριτικής για την κριτική. Αντίθετα, επιδιώκει να βγάλει όλες τις καλές πλευρές των συνομιλητών του, πραγματικών ή φανταστικών. Να ανακαλύψει τις θετικές πλευρές των ανθρώπων με τους οποίους συνεργάζεται, ίσως καμιά φορά και με μια δόση υπερβολής. Αντίθετα, δεν ψάχνει να ανακαλύψει το κακό στους ανθρώπους, το φτηνό, το ποταπό. Επιδιώκει να δώσει κριτική αισιοδοξία στην κοινωνία. Κριτική με την έννοια ότι δεν «πουλά αέρα κοπανιστό» προκειμένου να είναι αρεστός σε εξουσία και εξουσιαστές, αλλά που στηρίζεται σε νέες σκέψεις, σε καινούργιες κριτικές προτάσεις. Θέλει να αλλάξει το υπάρχον και για αυτό του κάνει κριτική. Θέλει να το υπερβεί, όχι, όμως, για να το διαλύσει σε νεφελώματα λόγου, σε κακής ποιότητας επιχειρήματα. Αλλά για να ανοίξει δρόμο. Να συμβάλλει στην απελευθέρωση της κοινωνίας από τα δεσμά που την έχουν τυλίξει, ακόμα και αν νομίζει ότι προσωρινά την βολεύουν. Και όλα αυτά τα κάνει, οφείλει να τα κάνει με παρρησία, όπως έγραψα στο πρωτοχρονιάτικο κείμενό μου από τούτη τη στήλη.

Αυτοί και άλλοι πολλοί, λοιπόν, είναι ο λόγος που δεν θέλουν οι εξουσιαστές και οι αυλοκόλακες να ακούνε κριτική. Αλλά και να μη τους θυμίζει κανείς τη στάση τους σε δύσκολες στιγμές. Επιθυμούν διακαώς το άδειο πουκάμισο που φοράνε μαζί με χρυσά μανικετόκουμπα.

Γ. Η εξουσία να ακούει και να μη φοβάται την κριτική

Η κριτική έχει τη δύναμη και την ικανότητα να εντοπίζει τις αδυναμίες του υπάρχοντος και να διαφωτίζει για τις δυνατότητες υπέρβασής του. Να απελευθερώνει συνειδήσεις, καταστάσεις, θεσμούς και σχέσεις από δεσμά και να διευκολύνει την πραγμάτωση αλλαγών και μιας πιο δίκαιης κοινωνίας.
Το ερώτημα είναι ποιος φοβάται την κριτική και αν αυτό είναι δικαιολογημένο. Κατά τη γνώμη μου, την καλώς εννοούμενη κριτική την φοβόμαστε κατά κάποιο τρόπο όλοι μας. Φοβόμαστε να ανακαλύπτουν τρίτοι τις αδύναμες πλευρές μας και μαζί με αυτούς να ανακαλύπτουμε και εμείς περισσότερες από εκείνες που γνωρίζουμε. Την κριτική την φοβάται, ο λόγος γίνεται πάντα για την δίκαιη κριτική, ασφαλώς περισσότερο εκείνος που είναι συντηρητικός στην νοοτροπία και άδικος στην πράξη. Που δεν επιθυμεί αλλαγές.Ο φόβος της κριτικής είναι πραγματικός. Αλλά ακόμα πιο πραγματικός είναι η χρησιμότητά της. Με την κριτική μπορεί κανείς να προλάβει τα «χειρότερα». Να κάνει έγκαιρες διορθώσεις στα κακώς κείμενα. Να βοηθηθεί να ανοίξει δρόμους στο μέλλον όσο το δυνατό πιο σύντομα και αποτελεσματικά. Για αυτό ο κάθε άνθρωπος, και πριν από όλα οι κάτοχοι εξουσίας, θα πρέπει να μάθουν και να συνηθίσουν να ακούνε κριτικές. Να τις ακούνε όσο η δυνατότητα αλλαγών είναι στο δικό τους χέρι. Διότι όταν δεν τις ακούσουν στον κατάλληλο χρόνο, τότε, όταν θα τους επιβληθεί ως γενική θέληση της κοινωνίας θα είναι αργά να αντιδράσουν. Για όποιον αμφιβάλλει δεν έχει παρά να ζητήσει μισής ώρα ιδιαίτερο μάθημα από τον πρώην πρωθυπουργό της χώρας.

Δ. Τρία είδη κριτικής
Στη ζωή υπάρχουν τριών ειδών κριτικής:Ο υπερβολικά «καλός λόγος» των αυλικών και των συστημάτων. Η «κριτική υμνολογία», η οποία εκφέρεται συνεχώς. Η εξουσία και οι εξουσιάζοντες δεν χρειάζονται να κοπιάσουν προκειμένου να έχουν πρόσβαση σε αυτή και να την ακούνε. Ο λόγος αυτός δεν βοηθά. Είναι αντιπαραγωγικός. Αποπροσανατολίζει. Σε στιγμές, μάλιστα, δυσκολίας, οι αυλοκόλακες την κάνουν. Είτε ως τα ποντίκια που εγκαταλείπουν το πλοίο που βυθίζεται (τους είδα στις 21.4.1967, το καλοκαίρι του 1989, στις 16.9.2007), είτε ως πριονιστές των κλαδιών επί των οποίων κάθεται ο «υμνούμενος».
Η δεύτερη κριτική είναι «η κακή κριτική». Η μοχθηρή. Αυτή που λέγεται στα παρασκήνια. Συνήθως έχει τους ίδιους φορείς με εκείνους της πρώτης. Υμνεί την εξουσία «κατά πρόσωπο» και την υβρίζει στην πλάτη. Πρόκειται, εξάλλου, για την ίδια τη λογική που κυριαρχεί στην αυλή της εξουσίας. Οι εξουσιαστές θα την ακούσουν αυτή την κριτική, έστω και αν αυτό γίνει πιο καθυστερημένα από την πρώτη. Όλο και κάποιος θα τους την μεταφέρει, έστω και με παραποιήσεις, έστω προκειμένου να «θάψει» τον εκφέροντα μια τέτοια κριτική.


Τέλος, υπάρχει ο κριτικός Λόγος. Αυτός που δεν θέλει ούτε να κολακέψει, ούτε να υβρίσει. Που επιδιώκει να συμβάλλει σε μια νέα αρχή. Στη διόρθωση των κακώς κειμένων και να προλάβει λάθη. Αυτή είναι η κριτική που έχει ανάγκη για να πετύχει η εξουσία, αλλά αυτή είναι που δεν αντέχει να ακούει μια μέσου όρου εξουσία. Οι πιο πετυχημένες εξουσίες στην ιστορία της ανθρωπότητας είναι εκείνες οι οποίες όχι μόνο άντεχαν την δημιουργική δημόσια κριτική, αλλά και την επιζητούσαν, δείχνοντας από την πλευρά τους ότι έχουν και εκείνες παρησσία. Διότι, ο ορθός Λόγος για να είναι ορθός πρέπει να διασφαλίζει το θάρρος γνώμης του στόματος, αλλά και το θάρρος του αυτιού να ακούει.
Ελπίζω να μην λείψει στις δύσκολες σημερινές συνθήκες ούτε αυτό το στόμα, ούτε εκείνο το αυτί.

epirusgate


…συνέχεια »

Η κριτική σχέση διανόησης και εξουσίας

Του Νίκου Κοτζιά

Το θάρρος της γνώμης και η ελευθερία έκφρασης: παρρησία

Ποιο είναι το καθήκον των ανθρώπων της πνευματικής εργασίας, στις σημερινές δύσκολες συνθήκες; Κατά τη γνώμη μου το καθήκον τους είναι διττό. Πρώτον, να διασφαλίσουν τη δυνατότητα ελεύθερης έκφρασης γνώμης όλων. Δικαίωμα, όμως, ανεπαρκές. Σε αυτό οφείλουν να προσθέσουν το δικαίωμα και την υποχρέωση του θάρρους γνώμης. Της παρρησίας. Πρόκειται για μια στάση ζωής που αποτέλεσε θεμέλιο στην αθηναϊκή δημοκρατία και του διαφωτισμού...

Άλλο Ελευθερία γνώμης και άλλο η ελεύθερη έκφρασή της

Όλα τα συντάγματα δυτικού τύπου διασφαλίζουν το δικαίωμα της ελεύθερης διατύπωσης από κάθε πολίτη της γνώμης του, αρκεί αυτή η γνώμη να μην οδηγεί στην υπόσκαψη των βάσεων επί των οποίων θεμελιώνεται αυτό το ίδιο το δικαίωμα. Κατά τη γνώμη μου, αυτό το δικαίωμα εμπεριέχει στοιχεία παθητικότητας: «δικαιούμαι γνώμης» ως ένα, όμως, εν δυνάμει δικαίωμα. Δεν αποτελεί υποχρέωση. Αν θέλω του κάνω χρήση, αν όχι, δεν του κάνω. Μπορώ να διατυπώσω γνώμη, διότι δεν υπάρχει κανένας κατασταλτικός μηχανισμός παρέμβασης κατά την εκφορά της.
Παρόλο που δεν υπάρχει κάποιος ορατός χωροφύλακας καταστολής της γνώμης του, δεν είναι λίγες οι φορές που ένας πολίτης έχει αναστολές να εκφέρει τη γνώμη του και μάλιστα δημόσια. Γιατί συμβαίνει αυτό; Ο Φουκώ το απάντησε εξηγώντας ότι σε τέτοιες περιπτώσεις οι άνθρωποι έχουν «εγκαταστήσει έναν χωροφύλακα στον εγκέφαλο» που τους αυτολογοκρίνει. Που μπροστά στον κίνδυνο να υπάρξει τιμωρία εξαιτίας του περιεχομένου της εκφερόμενης γνώμης, απώλεια εργασίας, φιλίας, κύρους, αναγνώρισης από την παρέα ή τον «προϊστάμενο» αποφεύγουν να διατυπώσουν δημόσια για ότι θεωρούν αληθινό και ορθό. Για αυτό, ο μέσος πολίτης τείνει σε αυτοπεριορισμό ως προς την άσκηση του δικαιώματος στην ελευθερία της γνώμης.

Ισηγορία και παρρησία: η ιστορία διδάσκει

Προκειμένου ο πολίτης να εκφράζει τη γνώμη του ελεύθερα, δεν αρκεί το δικαίωμα σε αυτή την ελευθερία, αλλά οφείλει να διαθέτει και το θάρρος άσκησης αυτού του δικαιώματος. Να διαθέτει, δηλαδή, παρρησία. Να έχει διαπαιδαγωγηθεί από το οικογενειακό του περιβάλλον, στο σχολείο, στο εσωτερικό των οργανώσεών που ανήκει ή άνηκε καθώς και στο μεγάλο πεδίο της κοινωνίας στην υπεύθυνη άσκηση της παρρησίας, έτσι όπως μας είχαν διδάξει οι πολίτες της αθηναϊκής δημοκρατίας. Το δικαίωμα έκφρασης γνώμης στην αθηναϊκή δημοκρατία ήταν ένα δικαίωμα ίσο για όλους, η ισηγορία Αντίθετα η προτροπή και το θάρρος έκφρασης γνώμης, η παρρησία, απαιτούσε ειδικά χαρακτηριστικά.
Μπορεί στην σημερινή ελληνική δημοκρατία να έχει καταχωρηθεί το δικαίωμα στην ισηγορία (με πολλαπλές παραβιάσεις, ιδιαίτερα ως προς την ισχύ των ΜΜΕ), αλλά αυτό για το οποίο δεν φροντίζει η πολιτεία και το εκπαιδευτικό σύστημα είναι η διασφάλιση της παρρησίας των πολιτών. Η παρρησία ως το δικαίωμα και η προτροπή έκφρασης γνώμης και πάλης για αυτή. Ως η άρνηση των αυλοκολάκων. Ως μια συνθήκη εντός της οποίας οι πολίτες δεν επιδιώκουν να είναι ευχάριστοι και μόνο. Αντίθετα, επιθυμούν να υπηρετούν τα μακρόχρονα συμφέροντα της πολιτείας, του δημοκρατικού συστήματος και την επιτυχία των ηγετών της χώρας.Η παρρησία δεν είναι απλά η ελεύθερη έκφραση γνώμης. Αλλά η έκφραση αυτού που ο κάθε υπεύθυνος πολίτης θεωρεί ως ορθό, απαραίτητο να ειπωθεί και χρήσιμο για το μέλλον του ενός ή άλλου θεσμού, αν όχι όλης της χώρας. Είναι η επιμονή στη διατύπωση αυτού που θεωρείται ως αληθινό. Όπου το αληθινό, σύμφωνα και με την ινδική φιλοσοφία, είναι και δίκαιο. Δυστυχώς, στην ελληνική κοινωνία η παρρησία θεωρείται, ακόμα, ως ελάττωμα, αν όχι και αιτία εχθρότητας. Και αυτό, διότι αφενός υπάρχουν τα συμφέροντα που δεν επιθυμούν να λέγονται σκληρές αλήθειες για τον χαρακτήρα όσων προωθούν, και διότι, αφετέρου, πολλοί ηγέτες θεωρούν ότι ο αγγελιοφόρος της σκληρής αλήθειας είναι υπεύθυνος για τα προβλήματα που αποκαλύπτονται μέσω αυτής. Ο Περικλής, ενόψει του Πελοποννησιακού πολέμου πήρε με θάρρος το λόγο και υπέδειξε τον πόλεμο αντί της ειρήνης. Ταυτόχρονα υπογράμμισε ότι τον προτείνει όχι επειδή η νίκη θα ήταν σίγουρη, αλλά παρά τα ρίσκα ήττας που με παρρησία ανέφερε. Ο Περικλής, δηλαδή, διατύπωσε το τι θεωρούσε ως ορθό, χωρίς να κρύψει τα προβλήματα που θα προέκυπταν εάν οι Αθηναίοι υιοθετούσαν τις προτάσεις του. Συνολικά, η λειτουργία της Αθηναϊκής δημοκρατίας, τουλάχιστον στις καλύτερες στιγμές της, συνέδεε την αναζήτηση της αλήθειας με τη δημοκρατία και προσπαθούσε να δώσει χώρο και χρόνο σε εκείνους που είχαν διαφορετική γνώμη από το «ρεύμα» απόψεων που κυριαρχούσε. Διότι ο υποστηρικτής των απόψεων της πλειοψηφίας, δεν χρειαζόταν να έχει παρρησία. Απλά στήριζε αυτά που ενθουσίαζαν το πλήθος και επαναλάμβανε αυτά που ήθελε το τελευταίο να ακούσει. Ο έχων διαφορετική γνώμη, εφόσον είχε επάρκεια επιχειρηματολογίας, ενδιέφερε περισσότερο. Ακόμα και αν οι γνώμες του δεν υιοθετούνταν, τουλάχιστον φώτιζαν κάποιες πλευρές των ζητημάτων που προέκυπταν με βάση τις επιλογές της «πλειοψηφίας».Είναι φανερό, ότι όποιος με παρρησία διατυπώνει τη γνώμη του το κάνει προκειμένου να κερδίσει η γνώμη του επιρροή. Δεν τον ενδιαφέρει η διασφάλισή του εαυτού του, αλλά η «προώθηση» της γνώμης του. Οι χειρότεροι αντίπαλοι μιας τέτοιας στάσης, είναι, ασφαλώς, οι μη έχοντες οποιαδήποτε γνώμη. Ο έχων παρρησία αναλαμβάνει και ρίσκα. Δεν τυχαίνει μόνο αναγνώρισης, αλλά μπορεί και να αποκλειστεί ως μη ευχάριστος από εκείνους που έχουν συνηθίσει να είναι ευχάριστοι ή επιθυμούν να έχουν γύρο τους ευχάριστους ανθρώπους. Η παρρησία είναι με άλλα λόγια, ή έπρεπε να είναι, συστατικό της Δημοκρατίας όπως έχει ήδη αποδείξει με τα έργα του ο Ευριπίδη, εδώ και 24 αιώνες.

Το θάρρος της γνώμης έναντι του ηγεμόνα και η παρρησία του τελευταίου

Η διαμάχη του Πλάτωνα όταν μετάβηκε στη Σικελία προκειμένου να εργαστεί ως δάσκαλος του Δίον, όσο και τα γραπτά μεγάλων Κινέζων σοφών που εργάζονταν στην δημόσια διοίκηση, καθώς, επίσης, οι συμβουλές του Μακιαβέλλι προς τον Πρίγκιπα, όλα αυτά έδειξαν ότι η παρρησία είναι απαραίτητη τόσο ως προς τον Δήμο της κοινωνίας, αλλά και ως προς τον κάθε φορά ηγεμόνα. Απαραίτητη και όταν αποσκοπεί στην διατύπωση, όπως έδειξε ο Πλούταρχος, της όποιας σκληρής αλήθειας προς την ψυχή του ηγεμόνα. Στο ξεβόλευμά του. Στην αποτροπή απώλειάς χρόνου. Στην άρνηση της επιλογής μιας ευχάριστης διαδρομής που οδηγεί το πολιτικό σύστημα και άλλους θεσμούς, στην καταστροφή. Και αυτό, παρόλο που μια τέτοια παρρησία αποτελεί ψυχικό βάρος τόσο και για εκείνον που την διατυπώνει, όσο και για εκείνον που οφείλει να την ακούσει και να τη λάβει υπόψη του.Ο Ιμμάνουελ Καντ, υπογράμμιζε ότι ο άνθρωπος οφείλει να σπάει τα ίδια του τα δεσμά που τον οδηγούν στην οκνηρία της μη αναζήτησης της αλήθειας. Ιδιαίτερα, μάλιστα, όταν αυτό ήταν αποτέλεσμα φόβου έναντι της αλήθειας. Αυτό σημαίνει, τόνιζε ο μεγάλος Γερμανός φιλόσοφος του διαφωτισμού, ότι ο άνθρωπος οφείλει να υπερβαίνει την εσωτερική του τάση να βολεύεται. Την τάση να λειτουργεί ως στρουθοκάμηλος που δεν θέλει να αντικρίζει τα πραγματικά προβλήματα, ιδιαίτερα όταν αυτά είναι πολλά και στενόχωρα. Πρόκειται για μια τάση που μπορεί συχνά να καταλάβει τον νου και τη ψυχή πολιτικών, όπως έδειξε και η περίπτωση του Κ.Καραμανλή, αλλά και η συμπεριφορά πολλών άλλων πρωθυπουργών της χώρας ιδιαίτερα κατά τη δεύτερη θητεία τους. Η παρρησία για τον πολιτικό, σε αυτή την περίπτωση σημαίνει να λέει την αλήθεια στον εαυτό του. Να μην την κρύβει στη φυλακή των ενοχών του. Να διαθέτουν, τόσο ο έχων το θάρρος της γνώμης πολίτης, όσο και ο πολιτικός παρρησία. Τον κοινό νου και τη δυνατότητα εντοπισμού και κατανόησης της αλήθειας. Να διαθέτουν στερεή ηθική συνείδηση και την δυνατότητα να κρίνει κριτικά γεγονότα και πράξεις.Πιστεύω ότι είναι προς το συμφέρον του πολιτικού να διαθέτει ανθρώπους γύρο του με παρρησία. Είναι προς το συμφέρον της κοινωνίας να διαθέτει ηγέτες και διανοούμενους οι οποίοι αντί να τρέχουν πίσω από πλουσιοπάροχα προγράμματα διαθέτουν κριτική σκέψη πάνω στα μεγάλα προβλήματα της κοινωνίας. Σε τελευταία ανάλυση, το θάρρος της γνώμης, η παρρησία, όπως και η ίδια η αλήθεια, όταν ορθά αξιοποιούνται και ασκούνται, αποτελούν πλούτο και παραγωγική δύναμη για την κοινωνία.

epirusgate.blogspot.com



…συνέχεια »